
10 Μαΐ «Ἀληθῶς ἄξιος μνήμης· Δεκαέξι χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκλογὴ τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Λαγκαδά Ἰωάννου»
Του Αρχιμ. Μακαρίου Τσιμέρη, Κληρικού της Ι.Μ. Θεσσαλονίκης
Δεκαέξι πλέον χρόνια συμπληρώνονται εφέτος από την ημέρα κατά την οποία η σεπτή Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος εξέλεξε τον μακαριστό Μητροπολίτη Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης Ιωάννη, τον πνευματικό μας Πατέρα, τον ευεργέτη και καθοδηγητή πολλών ψυχών.
Τα χρόνια περνούν. Οι εποχές αλλάζουν.
Οι άνθρωποι λησμονούν εύκολα. Και ίσως, μέσα στην ταχύτητα και την πνευματική ξηρασία της εποχής μας, να θεωρηθεί από ορισμένους «γραφικό» ή υπερβολικό το ότι εξακολουθώ κάθε χρόνο να τιμώ με ευγνωμοσύνη αυτή την ημέρα· την ημέρα της εκλογής εκείνου του Ιεράρχου, ο οποίος σημάδεψε ανεξίτηλα τη ζωή μου και έγινε λιμάνι ασφαλείας στις πιο δύσκολες στιγμές της πορείας μου.
Όμως η ευγνωμοσύνη δεν παλαιώνει.
Η αγάπη δεν λησμονεί.
Και οι πραγματικοί Πατέρες δεν φεύγουν ποτέ από την καρδιά των πνευματικών τους παιδιών.
Γι’ αυτό και όσο ο Θεός μου χαρίζει ανάσα ζωής, θα θεωρώ χρέος ιερό να μνημονεύω το πρόσωπο του μακαριστού Γέροντός μας Ιωάννου. Όχι από συναισθηματισμό ανθρώπινο, αλλά διότι υπήρξε ένας αληθινός Διάκονος του Ευαγγελίου, ένας Ιεράρχης που αγάπησε θυσιαστικά τον άνθρωπο και διακόνησε με αυταπάρνηση την Εκκλησία.
Ο μακαριστός Μητροπολίτης δεν υπήρξε απλώς ένας επιτυχημένος εκκλησιαστικός άνδρας.
Υπήρξε μορφή πατρική, λειτουργική και θεολογική. Άνθρωπος προσευχής, φιλάγιος και φιλακόλουθος. Η αγάπη του προς την Υπεραγία Θεοτόκο, η σχέση του με το Άγιον Όρος και η αδιάκοπη μέριμνά του για την πνευματική καλλιέργεια του λαού του Θεού φανέρωναν άνθρωπο που δεν ζούσε για τον εαυτό του, αλλά «Χριστώ και Εκκλησία».
Στη Θεσσαλονίκη άφησε ανεξίτηλη σφραγίδα με τη μέριμνά του για την ανάδειξη των ιερών βυζαντινών μνημείων, για τον ευπρεπισμό των Ναών και την καλλιέργεια του Ιερού Κλήρου.
Στον Λαγκαδά όμως, στη Λητή και στη Ρεντίνη, άφησε την καρδιά του. Εκεί φανερώθηκε περισσότερο η πατρική του αγάπη, η απλότητα, η φιλανθρωπία και η δύναμη της παρουσίας του.
Ποτέ δεν φοβήθηκε να ομολογήσει την αλήθεια. Ποτέ δεν δείλιασε μπροστά στις δυσκολίες. Ακόμη και όταν πληγωνόταν από ανθρώπους και καταστάσεις, εύρισκε τη δύναμη να συγχωρεί και να συνεχίζει με ταπείνωση και αρχοντιά. Είχε, πράγματι, «καρδίαν παιδίου» και φρόνημα γενναίου ποιμένος.
Και σήμερα, σχεδόν έξι χρόνια μετά την εις Κύριον εκδημία του και δεκαέξι χρόνια μετά την εκλογή του, οι καρποί της διακονίας του παραμένουν ζωντανοί.
Ζουν μέσα στους Ναούς που αγάπησε, στις ψυχές που στήριξε, στους ανθρώπους που ευεργέτησε, στα πνευματικά του παιδιά που συνεχίζουν να τον μνημονεύουν με δάκρυ ευγνωμοσύνης.
Ιδιαίτερη δε παρηγορία και ευλογία αποτελεί το γεγονός ότι η σεπτή μνήμη και η πνευματική παρακαταθήκη του μακαριστού Ιεράρχου διατηρούνται με σεβασμό, εκκλησιαστικό ήθος και γνήσια αγάπη από τον διάδοχό του, τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Λαγκαδά κ. Πλάτωνα. Έναν άνθρωπο πράο, φιλήσυχο, φιλακόλουθο, πραγματικά αφιερωμένο στον Θεό και στη διακονία της Εκκλησίας, ο οποίος συνεχίζει με ταπείνωση και πνευματική ευγένεια την πορεία της τοπικής Εκκλησίας, κρατώντας άσβεστη τη μνήμη και την προσφορά του μακαριστού προκατόχου του.
Για κάποιους ίσως αυτό να μοιάζει υπερβολικό. Για εμένα όμως είναι οφειλή καρδιάς. Είναι μνήμη ιερή. Είναι χρέος απέναντι σε έναν άνθρωπο που υπήρξε Πατέρας και Αδελφός μαζί, που αγκάλιασε με αγάπη την αναξιότητά μου και με δίδαξε, περισσότερο με το παράδειγμά του παρά με τα λόγια του, τι σημαίνει αληθινή εκκλησιαστική διακονία.
Και όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο κατανοούμε το μέγεθος της απουσίας του αλλά και το μεγαλείο της προσφοράς του.
Αιωνία αυτού η μνήμη.
Χριστός Ανέστη, Πολυσέβαστε Γέροντα μου Ιωάννη.

