
03 Αυγ Η ενθρόνιση του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος Β΄ στην πόλη του Αγίου Δημητρίου
Του Παν. Αρχιμ. π. Μακαρίου Τσιμέρη, Κληρικού της Ι.Μ. Θεσσαλονίκης, Υπ. Διδάκτορος Θεολογίας ΑΠΘ
Θεολογική προσέγγιση στη μνήμη μιας ιστορικής ημέρας
(Μέρος A΄)
Η Θεσσαλονίκη δεν αποτελεί απλώς μία από τις σημαντικότερες ιστορικές πόλεις του ελληνικού χώρου. Είναι, πρωτίστως, μία πόλη Αγίων, ένας τόπος στον οποίο η Εκκλησιαστική Ιστορία και η πνευματική παράδοση συμπλέκονται αδιάσπαστα επί δεκαεπτά και πλέον αιώνες. Η τοπική Εκκλησία πορεύεται υπό τη σκέπη και την αδιάλειπτη πρεσβεία του πολιούχου της, του Αγίου ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλύτου, ενώ στους κόλπους της αναδείχθηκαν μορφές που σφράγισαν όχι μόνο την ιστορία της Θεσσαλονίκης αλλά και ολόκληρης της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Ανάμεσα σε αυτούς εξέχουσα θέση κατέχουν ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο κορυφαίος εκφραστής της ησυχαστικής θεολογίας, οι Άγιοι Ισαπόστολοι Κύριλλος και Μεθόδιος, φωτιστές των Σλάβων και θεμελιωτές της ιεραποστολικής παραδόσεως της Εκκλησίας, ο Άγιος Δαβίδ ο Δενδρίτης, η Οσία Θεοδώρα η Μυροβλύτιδα και πλήθος ακόμη Αγίων, των οποίων η παρουσία καθιστά τη Θεσσαλονίκη τόπο ιδιαίτερης εκκλησιολογικής και πνευματικής σημασίας.
Μέσα σε αυτό το ιστορικό και αγιολογικό πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό το γεγονός ότι στις 3 Αυγούστου 1974, ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία τιμά την ανακομιδή των ιερών λειψάνων της Οσίας Θεοδώρας της Μυροβλύτιδος, ενθρονίσθηκε στον αποστολικό και ιστορικό θρόνο της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης ο μακαριστός Μητροπολίτης Παντελεήμων Β΄.
Η χρονική αυτή σύμπτωση δεν αποτελεί απλώς μία ενδιαφέρουσα ημερολογιακή αναφορά. Στο πλαίσιο της ορθόδοξης εκκλησιολογίας δύναται να ιδωθεί ως υπενθύμιση ότι κάθε νέος επίσκοπος εισέρχεται σε μία ήδη αγιασμένη ιστορική πραγματικότητα. Δεν εγκαινιάζει μία νέα Εκκλησία ούτε δημιουργεί μία προσωπική εκκλησιαστική πορεία, αλλά παραλαμβάνει μία ζώσα αποστολική παράδοση, μία ευχαριστιακή κοινότητα, έναν λαό του Θεού και μία αδιάκοπη διαδοχή αγίων ποιμένων, οι οποίοι διακόνησαν πριν από αυτόν, το ίδιο εκκλησιαστικό σώμα, κλήρο και λαό.
Η εκκλησιολογική αυτή αλήθεια διατυπώνεται ήδη από την αποστολική εποχή με εξαιρετική σαφήνεια από τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο: «Ὅπου ὁ ἐπίσκοπος, ἐκεῖ τὸ πλῆθος· ὥσπερ ὅπου Χριστός, ἐκεῖ ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία.»
(Πρὸς Σμυρναίους 8,2)
Η σύντομη αυτή φράση συνοψίζει ολόκληρη την ορθόδοξη εκκλησιολογία. Ο επίσκοπος δεν αποτελεί εκπρόσωπο μίας διοικητικής αρχής ούτε απλώς τον επικεφαλής ενός εκκλησιαστικού οργανισμού. Είναι ο κανονικός προεστώς της τοπικής Εκκλησίας, εκείνος που προΐσταται της Θείας Ευχαριστίας, διαφυλάσσει ανόθευτη την αποστολική πίστη και εκφράζει την ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος. Η ενότητα αυτή δεν είναι θεσμική ή διοικητική, αλλά ευχαριστιακή και χαρισματική, καθώς συγκροτείται γύρω από το κοινό Ποτήριο και την αποστολική διαδοχή.
Στην ίδια θεολογική προοπτική κινείται και ο αείμνηστος Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, ο οποίος υπογράμμισε ότι η ύπαρξη και η διακονία του επισκόπου αποκτούν το πλήρες θεολογικό τους νόημα αποκλειστικά μέσα στην ευχαριστιακή σύναξη. Εκεί η Εκκλησία φανερώνεται ως Σώμα Χριστού, ενώ ο επίσκοπος δεν ενεργεί ως αυτόνομο πρόσωπο ή φορέας εξουσίας, αλλά ως πρόεδρος της ευχαριστιακής κοινωνίας, ο οποίος εκφράζει την ενότητα της τοπικής Εκκλησίας με την καθολική Εκκλησία όλων των τόπων και όλων των εποχών.
Υπό το πρίσμα αυτής της εκκλησιολογικής συνειδήσεως ανέλαβε τη διακονία του και ο μακαριστός Παντελεήμων Β’. Η ενθρόνισή του συνέπεσε με μία από τις πλέον κρίσιμες περιόδους της νεότερης Ελληνικής Ιστορίας. Η Ελλάδα εξήρχετο από μία μακρά περίοδο πολιτικών αναταράξεων και εθνικών δοκιμασιών, ενώ τα γεγονότα του καλοκαιριού του 1974 είχαν δημιουργήσει έντονη κοινωνική και πνευματική αβεβαιότητα. Μέσα σε αυτό το ιστορικό περιβάλλον, η Εκκλησία καλούνταν να διαφυλάξει την ενότητά της, να ενισχύσει το φιλανθρωπικό της έργο, να στηρίξει τον λαό ποιμαντικά και να ανταποκριθεί με διάκριση στις νέες προκλήσεις της μεταπολιτευτικής κοινωνίας.
Ο Παντελεήμων Β΄ διέθετε ισχυρή εκκλησιαστική προσωπικότητα, η οποία χαρακτηριζόταν από αποφασιστικότητα, σαφή ποιμαντική συνείδηση και βαθύ αίσθημα ευθύνης απέναντι στην αποστολή του επισκόπου. Η παρουσία του στον ιστορικό θρόνο της Θεσσαλονίκης δεν περιορίστηκε σε μία διοικητική διαχείριση των υποθέσεων της Ιεράς Μητροπόλεως, αλλά συνδέθηκε με μία ευρύτερη αντίληψη περί επισκοπικής διακονίας, σύμφωνα με την οποία ο επίσκοπος καλείται να υπηρετεί το μυστήριο της Εκκλησίας και τη σωτηρία του λαού του Θεού.
Όσοι συνεργάστηκαν μαζί του γνώριζαν ότι επρόκειτο για έναν ποιμένα με απαιτήσεις, ο οποίος δεν δίσταζε να λαμβάνει δύσκολες αποφάσεις όταν θεωρούσε ότι αυτές υπηρετούσαν την εύρυθμη λειτουργία της Εκκλησίας και την προστασία της κανονικής τάξεως. Η αυστηρότητα αυτή δεν αποτελούσε έκφραση προσωπικής τακτικής, ούτε επιδίωξη επιβολής, αλλά συνδεόταν με μία βαθύτερη αντίληψη περί ευθύνης. Στην ορθόδοξη παράδοση η ποιμαντική ευθύνη δεν ταυτίζεται πάντοτε με την ευκολία ή την ανθρώπινη αποδοχή· πολλές φορές απαιτεί διάκριση, σταθερότητα και πνευματική αντοχή.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό της αρχιερατικής του πορείας υπήρξε το γεγονός ότι δεν επιδίωξε την προσωπική προβολή. Δεν αντιμετώπισε την επισκοπική διακονία ως χώρο προσωπικής αναδείξεως, αλλά ως υπηρεσία προς την Εκκλησία. Προτιμούσε να αναδεικνύεται το έργο της τοπικής Εκκλησίας και όχι το πρόσωπο του επισκόπου. Η στάση αυτή ανταποκρίνεται στη βαθύτερη πατερική αντίληψη ότι ο επίσκοπος δεν καλείται να οικοδομήσει μία προσωπική ακτινοβολία, αλλά να καταστήσει φανερή την παρουσία του Χριστού μέσα στην εκκλησιαστική κοινότητα.
Η ορθόδοξη παράδοση αντιμετωπίζει πάντοτε την αρχιερωσύνη όχι ως αξίωμα κοινωνικής τιμής, αλλά ως σταυρική ευθύνη. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, στον περίφημο «Λόγο Β΄, Περὶ Φυγῆς ἢ Περὶ Ἱερωσύνης», περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο το βάρος της ποιμαντικής διακονίας. Για τον μεγάλο Καππαδόκη Πατέρα, η ανάληψη της ιερωσύνης προϋποθέτει εσωτερική κάθαρση, πνευματική ωριμότητα και επίγνωση ότι εκείνος που ποιμαίνει ανθρώπινες ψυχές θα κληθεί να απολογηθεί ενώπιον του Θεού.
Η ίδια θεολογική γραμμή συναντάται και στον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ο οποίος στο κλασικό έργο του «Περὶ Ἱερωσύνης» υπογραμμίζει το ύψος αλλά και τη φοβερή ευθύνη του ιερατικού λειτουργήματος. Ο ποιμένας δεν διαχειρίζεται απλώς έναν θεσμό· φέρει ενώπιον του Θεού την ευθύνη για την πνευματική πορεία των ανθρώπων που του εμπιστεύθηκε η Εκκλησία.
Μέσα σε αυτή την προοπτική πρέπει να κατανοηθεί και η τριακονταετής ποιμαντορία του Παντελεήμονος Β΄ στη Θεσσαλονίκη. Η αρχιερατική του παρουσία συνδέθηκε με την προσπάθεια ενισχύσεως της εκκλησιαστικής ζωής σε πολλαπλά επίπεδα: τη στήριξη των ιερών μονών της Μητροπόλεως, την ανάπτυξη του φιλανθρωπικού έργου, την ενίσχυση ιδρυμάτων κοινωνικής προσφοράς, τη λειτουργία ξενώνων και συσσιτίων, καθώς και τη φροντίδα για τις ανάγκες των εμπερίστατων ανθρώπων.
Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία έδωσε στην καλλιέργεια των ιερατικών κλήσεων και στη στήριξη του εφημεριακού κλήρου, έχοντας επίγνωση ότι η ποιμαντική ζωή της Εκκλησίας στηρίζεται πρωτίστως στη σχέση επισκόπου, ιερέων και λαού μέσα στο ευχαριστιακό σώμα. Η μέριμνα για τον κλήρο δεν αποτελεί απλώς διοικητική φροντίδα, αλλά επένδυση στη συνέχεια της εκκλησιαστικής ζωής και στη μετάδοση της πίστεως στις επόμενες γενεές.
Ιδιαίτερη θέση στη διακονία του κατείχε επίσης η σχέση της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης με τη Θεολογική Επιστήμη. Η συνεργασία με τη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ανέδειξε τη σημασία του διαλόγου μεταξύ ποιμαντικής εμπειρίας και ακαδημαϊκής θεολογίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ουδέποτε αντιμετώπισε τη θεολογία ως μία απλή θεωρητική επιστημονική δραστηριότητα, αλλά ως καρπό της εκκλησιαστικής ζωής και υπηρεσία προς την αλήθεια της πίστεως.
Ο αείμνηστος καθηγητής της Λειτουργικής Ιωάννης Φουντούλης τόνισε επανειλημμένα ότι η καρδιά της ζωής της τοπικής Εκκλησίας βρίσκεται στη Θεία Ευχαριστία. Από αυτή τη λειτουργική πραγματικότητα πηγάζει κάθε αυθεντική ποιμαντική διακονία. Ο επίσκοπος είναι πρωτίστως ο λειτουργός της ευχαριστιακής συνάξεως και από εκεί αντλεί το θεολογικό νόημα κάθε διοικητικής ή κοινωνικής του πρωτοβουλίας.
Η Εκκλησία δεν υπάρχει ως ένας απλός κοινωνικός οργανισμός, αλλά ως μυστήριο κοινωνίας εν Χριστώ. Για τον λόγο αυτό η διοίκηση, η φιλανθρωπία, η παιδεία και κάθε άλλη εκκλησιαστική δραστηριότητα αποκτούν αυθεντικό περιεχόμενο μόνο όταν υπηρετούν τον βασικό σκοπό της Εκκλησίας: τη μεταμόρφωση του ανθρώπου και την κοινωνία του με τον Θεό.
Η εκκλησιαστική παράδοση της Ορθοδοξίας δεν αντιλαμβάνεται ποτέ την ποιμαντική διακονία αποκομμένη από τη ζωντανή συνέχεια της Εκκλησίας μέσα στην ιστορία. Ο επίσκοπος δεν είναι δημιουργός μιας νέας πραγματικότητας, αλλά διάκονος μιας παραδόσεως την οποία παραλαμβάνει, βιώνει και παραδίδει στις επόμενες γενεές. Η αυθεντική ανανέωση στην Εκκλησία δεν επιτυγχάνεται με την απομάκρυνση από το παρελθόν, αλλά με τη βαθύτερη κατανόηση και βίωση της παραδόσεως μέσα στις νέες ιστορικές συνθήκες.
Στην προοπτική αυτή κινείται η θεολογική σκέψη του πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Φλωρόφσκυ, ο οποίος υπογράμμισε την ανάγκη μιας δημιουργικής επιστροφής στους Πατέρες (ressourcement). Για τον μεγάλο αυτόν ορθόδοξο θεολόγο, η παράδοση δεν αποτελεί ένα στατικό μουσειακό κατάλοιπο του παρελθόντος, αλλά τη ζωντανή εμπειρία της Εκκλησίας εν Αγίω Πνεύματι. Η Εκκλησία παραμένει πιστή στην αποστολή της όχι όταν απλώς επαναλαμβάνει εξωτερικά μορφές του παρελθόντος, αλλά όταν ανακαλύπτει εκ νέου το διαχρονικό περιεχόμενο της πίστεως και το προσφέρει στον σύγχρονο άνθρωπο.
Υπό αυτή την έννοια μπορεί να γίνει κατανοητή και η αρχιερατική πορεία του Παντελεήμονος Β΄. Η ποιμαντορία του χαρακτηρίστηκε από την πεποίθηση ότι η Εκκλησία Θεσσαλονίκης αποτελεί ζωντανή συνέχεια μιας μεγάλης ιστορικής και πνευματικής παραδόσεως. Η φροντίδα για τη λατρευτική ζωή, την εκκλησιαστική τάξη, τη μοναστική παράδοση, την ιερατική διακονία και την κοινωνική προσφορά δεν αποτελούσαν επιμέρους δραστηριότητες, αλλά εκφράσεις της ίδιας εκκλησιολογικής συνειδήσεως.
Η Θεσσαλονίκη, άλλωστε, ως πόλη του Αγίου Δημητρίου και τόπος παρουσίας μεγάλων Πατέρων και Αγίων, φέρει μία ιδιαίτερη πνευματική ευθύνη. Ο κάθε ποιμένας της καλείται να διακονήσει όχι απλώς μία γεωγραφική περιοχή, αλλά μία Εκκλησία με βαθύ ιστορικό και θεολογικό βάθος. Η διακονία στον θρόνο της Θεσσαλονίκης προϋποθέτει επίγνωση ότι ο επίσκοπος βρίσκεται ενώπιον μιας κληρονομιάς αιώνων, η οποία απαιτεί σεβασμό, φρόνηση και πνευματική διάκριση.
Στη σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία, ο καθηγητής Πρωτ. Νικόλαος Λουδοβίκος έχει επισημάνει ότι η εκκλησιαστική εξουσία δεν μπορεί να νοηθεί με όρους κοσμικής κυριαρχίας. Η εξουσία στην Εκκλησία είναι πρωτίστως σχέση κοινωνίας, αγάπης και ελευθερίας. Ο επίσκοπος γίνεται πραγματικός πατέρας όχι όταν προβάλλει το προσωπικό του κύρος, αλλά όταν η διακονία του οδηγεί τα πρόσωπα στην κοινωνία με τον Χριστό.
Αυτή η θεώρηση βρίσκεται στον πυρήνα της ευαγγελικής διδασκαλίας. Ο ίδιος ο Κύριος, απευθυνόμενος στους μαθητές Του, ανέτρεψε κάθε κοσμική αντίληψη περί εξουσίας: «Ὁ θέλων μέγας γενέσθαι ἐν ὑμῖν, ἔσται διάκονος ὑμῶν.»
(Ματθ. 20,26)
Η αληθινή μεγαλοσύνη στην Εκκλησία δεν μετριέται με την εξουσία, την κοινωνική επιρροή ή την ανθρώπινη αναγνώριση, αλλά με το μέτρο της διακονίας και της αυτοπροσφοράς. Ο επίσκοπος καλείται να είναι εικόνα του Χριστού που «οὐκ ἦλθεν διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι» (Ματθ. 20,28).
Από αυτή την άποψη, η επισκοπική διακονία του Παντελεήμονος Β΄ μπορεί να ιδωθεί μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ορθόδοξης παραδόσεως περί ποιμένος. Η μακρά παρουσία του στον μητροπολιτικό θρόνο της Θεσσαλονίκης συνδέθηκε με την προσπάθεια διαφυλάξεως της εκκλησιαστικής ταυτότητας, της ενισχύσεως της λατρευτικής ζωής και της ποιμαντικής στηρίξεως του λαού του Θεού.
Η Εκκλησία γνωρίζει ότι η ιστορία της δεν γράφεται μόνο με μεγάλα γεγονότα, αλλά κυρίως μέσα από τη σιωπηλή καθημερινή διακονία των ποιμένων της. Η φροντίδα για τον απλό άνθρωπο, η στήριξη των αδυνάτων, η μετάδοση της πίστεως, η διαφύλαξη της λειτουργικής ζωής και η ενίσχυση της εκκλησιαστικής ενότητας αποτελούν το ουσιαστικό περιεχόμενο της αρχιερατικής αποστολής.
Γι’ αυτό και η μνήμη ενός επισκόπου δεν περιορίζεται σε διοικητικά επιτεύγματα ή ιστορικές καταγραφές. Κρίνεται κυρίως από το κατά πόσον η παρουσία του συνέβαλε ώστε η Εκκλησία να παραμείνει χώρος κοινωνίας, θεραπείας και αγιασμού του ανθρώπου.
(Επίλογος)
Η αναδρομή στην 3η Αυγούστου 1974 δεν αποτελεί απλώς μία ιστορική αναφορά σε μία τελετή ενθρονίσεως. Αποτελεί μία ευκαιρία θεολογικού αναστοχασμού πάνω στο μυστήριο της επισκοπικής διακονίας και στη σχέση του προσώπου του ποιμένος με την ιστορική πορεία της τοπικής Εκκλησίας.
Η ενθρόνιση του Παντελεήμονος Β΄ στον Μητροπολιτικό Θρόνο της Θεσσαλονίκης υπήρξε η απαρχή μίας μακράς ποιμαντικής περιόδου, διάρκειας περίπου τριών δεκαετιών, κατά την οποία ο ίδιος κλήθηκε να διακονήσει μία Εκκλησία με ιδιαίτερο ιστορικό βάρος και πνευματική ακτινοβολία. Η διακονία αυτή αναπτύχθηκε μέσα σε μία εποχή σημαντικών κοινωνικών μεταβολών και εκκλησιαστικών προκλήσεων, απαιτώντας από τον ποιμένα σταθερότητα, διάκριση και βαθιά επίγνωση της αποστολής του.
Εξάλλου, η ορθόδοξη παράδοση διδάσκει ότι ο επίσκοπος δεν αφήνει πίσω του απλώς διοικητικό έργο, αλλά μία πνευματική παρακαταθήκη. Η αξία της αρχιερατικής διακονίας μετράται από το κατά πόσον ο ποιμένας συνέβαλε στη βαθύτερη σύνδεση των ανθρώπων με τον Χριστό, στη διατήρηση της εκκλησιαστικής ενότητας και στην εμπειρία της Εκκλησίας ως κοινωνίας προσώπων.
Η Θεσσαλονίκη, η πόλη του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλύτου, της Οσίας Θεοδώρας της Μυροβλύτιδος και τόσων άλλων αγίων, διατηρεί ζωντανή τη μνήμη εκείνων που υπηρέτησαν τον θρόνο της με πίστη και αφοσίωση. Η ιστορική συνέχεια της τοπικής Εκκλησίας δεν αποτελεί απλώς μία αλληλουχία ονομάτων επισκόπων, αλλά μία αλυσίδα διακονίας, προσευχής και μαρτυρίας.
Μέσα σε αυτή την αλυσίδα καταγράφεται και η μορφή του μακαριστού Μητροπολίτου Παντελεήμονος Β΄. Η παρουσία του υπενθυμίζει μία θεμελιώδη αλήθεια της ορθόδοξης εκκλησιολογίας: ότι η επισκοπή δεν αποτελεί προνόμιο ή ανθρώπινη καταξίωση, αλλά ευθύνη ενώπιον του Θεού και του λαού Του. Είναι σταυρός, θυσία και διακονία.
Ο επίσκοπος καλείται να πορεύεται όχι αναζητώντας τη δική του δόξα, αλλά φανερώνοντας τη δόξα του Χριστού. Η μεγαλύτερη τιμή του είναι η προσφορά, η μεγαλύτερη εξουσία του είναι η αγάπη και το μεγαλύτερο έργο του είναι η οικοδομή της Εκκλησίας.
Για τον λόγο αυτό, η μνήμη της ενθρονίσεως του Παντελεήμονος Β΄ παραμένει όχι μόνο μία ιστορική επέτειος, αλλά μία αφορμή εκκλησιολογικού προβληματισμού και ευχαριστιακής ευγνωμοσύνης. Υπενθυμίζει ότι κάθε ποιμένας παραλαμβάνει μία ιερή παρακαταθήκη και καλείται να την παραδώσει στις επόμενες γενεές με πίστη, ταπείνωση και αγάπη.
Η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης συνεχίζει την πορεία της κάτω από τη σκέπη του Αγίου Δημητρίου, έχοντας ως ζωντανή μνήμη όλους εκείνους που εργάστηκαν για την πνευματική της οικοδομή.
Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και ο μακαριστός Παντελεήμων Β΄, του οποίου η αρχιερατική διαδρομή αποτελεί υπενθύμιση ότι η πραγματική ποιμαντική διακονία δεν αναζητεί την ανθρώπινη προβολή, αλλά επιδιώκει ένα και μόνο σκοπό: να οδηγήσει τον άνθρωπο στη γνώση, στην κοινωνία και στην αγάπη του Χριστού.
Αιωνία αυτού η μνήμη και είη
η ευχή του ευλογία προς τον λαό της Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης.
Βιβλιογραφία – Παραπομπές
Αγία Γραφή
Καινή Διαθήκη: Ματθαίος 20,25 – 28· Πράξεις 20,28· Α΄ Πέτρου 5,1 – 4.
Πατερικές πηγές
Ιγνάτιος Αντιοχείας, Πρὸς Σμυρναίους, 8, Patrologia Graeca, τομ. 5, 713.
Γρηγόριος ο Θεολόγος, Λόγος Β΄ – Περὶ Φυγῆς ἢ Περὶ Ἱερωσύνης, Patrologia Graeca, τομ. 35, 408 – 514.
Ιωάννης Χρυσόστομος, Περὶ Ιερωσύνης, Patrologia Graeca, τομ. 48, 623 – 692.
Νεότερη θεολογία
Ζηζιούλας, Ιωάννης, Η Κτίση ως Ευχαριστία, εκδ. Πορφύρα, Αθήνα 2019.
Ζηζιούλας, Ιωάννης, Το Είναι ως Κοινωνία, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2023.
Ζηζιούλας, Ιωάννης, Η ενότης της Εκκλησίας εν τη Θεία Ευχαριστία και τω Επισκόπω κατά τους τρεις πρώτους αιώνας, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1990.
Φουντούλης, Ιωάννης, Λειτουργικά Θέματα, Θεσσαλονίκη 1987.
Σκαλτσής, Παναγιώτης, Λειτουργικές Μελέτες Ι εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2010.
Σκαλτσής, Παναγιώτης, Λειτουργικές Μελέτες ΙΙ, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2011.
Φλωρόφσκυ, Γεώργιος, Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοση (επιμ. – πρόλογος, Σ. Α. Πασχαλίδης, επιστ. επιμ. Ι. Γ. Κουρεμπελές, μτφ. Π. Μικροπανδρεμένου, φιλολ. επιμ. Α. Πολυχρονίδης), εκδ. Α. Αλτιντζή, Θεσσαλονίκη 2018
Λουδοβίκος, Νικόλαος, Θεολογικές Μελέτες περί Ευχαριστιακής Οντολογίας και Εκκλησιολογίας, διδ. διατριβή, Τμήμα Ποιμαντικής ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 1989.
Λουδοβίκος, Νικόλαος, Η Ευχαριστιακή Οντολογία, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1992.